Τετάρτη 8 Δεκεμβρίου 2010

Νέα κατάσταση ή νέα δεδομένα;

Ζούμε σε μια εποχή που η οικονομική κατάσταση της χώρας επηρεάζει, όχι μόνο τους κατοίκους αυτής της χώρας, αλλά όλους τους Ευρωπαίους. Διαμορφώνεται ένα σκηνικό στο οποίο έχουν πυκνώσει τα σύννεφα της αβεβαιότητας και της αστάθειας. Η νεολαία του τόπου βιώνει με τον χειρότερο τρόπο μια αρρωστημένη και αδιέξοδη κατάσταση πολλών ετών. Συγκεκριμένα, τα τελευταία 35 χρόνια που ανθεί η δημοκρατία στη χώρα μας, δοκίμασαν οι ιθύνοντες πολλές ανορθόδοξες μεθόδους ανάπτυξης και ευημερίας, που μόνο αυτό δεν πέτυχαν.

Μια ολόκληρη γενιά στην Ελλάδα πίστεψε ότι σε κάποιους πολιτικούς συνάντησε τον "Μεσσία", που θα της έδινε όλα αυτά που έλειπαν τόσα χρόνια. Πίστεψε λόγια "παχιά" ενώ ταυτόχρονα απολάμβανε μια ευημερία με... δανεικά! Συνέχισε να πιστεύει ότι αυτό το κλίμα που διαμορφωνόνταν έχει θεμέλια που θα εξασφάλιζε στην επόμενη γενιά όλα εκείνα που έλειπε από τη δική τους. Προκύπτουν όμως πολλά ερωτήματα, που δύσκολα κανείς θα μας απαντήσει.

Πόσο όμως μπορεί να διαρκέσει η "ανάπτυξη" που τα θεμέλιά της είναι δανεικά και σαθρά; 
Η ελληνική οικονομία αναπτύχθηκε ταχύτατα μετά τον Δευτερο Παγκοσμιο πόλεμο και τον εμφύλιο. Η συνεχής σύγκλιση με τις ανάπτυγμενες δυτικές χώρες όμως διάκοπηκε κατά το 1980 για να ξαναρχίσει το 1995 περίπου.Υπάρχει μια ενδεικτική σύγκριση της ανάπτυξης στην Ελλάδα συγκριτικά με άλλες χώρες, με έτη βάσης το 1950 και 1980. Μελετώντας τα οικονομικά στοιχεία μπορεί να διαπιστώσει κάποιος ότι το απο το 1965 περίπου η Ελλάδα ξεπερνάει ακόμα και την Γερμανία σε ταχύτητα ανόδου. Αντίθετα μετά το 1980 η Ελλάδα μένει τελευταία, πίσω και απο τις αρκετά πιο πλούσιες ΗΠΑ. Η κατασταση βελτιώνεται λίγο το 1989 και ακόμα περισσότερο τη διετία 1995-1996. Σήμερα το ελληνικο ΑΕΠ κατά κεφαλην σε μοναδες αγοραστικής δύναμης βρισκεται περίπου στο 98% του μεσου όρου της ΕΕ25 με ανοδικές τάσεις. Στις 1 Ιανουαρίου 2002 η Ελλάδα, και οι άλλες έντεκα τότε χώρες της ευρωζώνης απέκτησαν κοινό νόμισμα, το ευρώ. Η ένταξης της Ελλάδας στη ζώνη του ευρώ έγινε το 2001 μετά την επιτυχή πορεία σύγκλισης των δημοσιονομικών μεγεθών και την ικανοποίηση κατά τη διάρκεια του 2000 των (τεσσάρων από τα πέντε) κριτηρίων της συνθήκης του Μάαστριχτ (πληθωρισμός, έλλειμμα γενικής κυβέρνησης, δημόσιο χρέος, μηχανισμός συναλλαγματικών ισοτιμιών, μακροπρόθεσμο επιτόκιο δανεισμού). Το ακαθάριστο προϊόν συνέχισε να αυξάνεται με ρυθμούς άνω του ευρωπαϊκού μέσου όρου εν μέρει λόγω των επενδύσεων σε υποδομές σχετιζόμενες με τους Ολυμπιακούς Αγώνες του 2004, αλλά και λόγω της ευκολίας πρόσβασης σε πιστώσεις για καταναλωτικές δαπάνες. Ωστόσο η Ελλάδα από το 2001 έως και το 2005 βρέθηκε να παραβιάζει το κριτήριο για έλλειμμα κάτω από 3% του Συμφώνου Σταθερότητας (το οποίο έχει σκοπό να διασφαλίζει ότι τα κράτη μετά την ένταξη στην ευρωζώνη και την ικανοποίηση των κριτηρίων του Μάαστριχτ, συνεχίζουν να τα τηρούν). Από τα τέλη του 2009 και αρχές 2010, εξαιτίας συνδυασμού διεθνών (οικονομική κρίση) και τοπικών (ανεξέλεγκτες δαπάνες κατά την περίοδο μέχρι τις εκλογές του 2009) παραγόντων η ελληνική οικονομία αντιμετωπίζει σοβαρά προβλήματα, καθώς έχει το δεύτερο μεγαλύτερο ετήσιο έλλειμμα κρατικού προϋπολογισμού και το δεύτερο μεγαλύτερο δημόσιο χρέος στην Ευρωπαϊκή Ένωση. Και όλα αυτά στην ουσία... σε μια μικρή αλλά ανοιχτή οικονομία με σχετικά χαμηλή βιομηχανική βάση!
 
Πως μπορεί μια οικονομία μιας χώρας που στην ουσία δεν παράγει τίποτα, να ευημερεί; 
Είναι απίστευτο το γεγονός ότι υπάρχει σήμερα κράτος στο διεθνές στερέωμα, στην οποία λόγω... του εργασιακού συστήματος, που ακολουθεί η πλειοψηφία των πολιτών της έχει μοναδικό στόχο να μπεί στον δημόσιο τομέα, και το σύνολο των ειδήσεων να απασχολούν το ΑΣΕΠ, τα stage και τα... εφάπαξ! Όχι μόνο λανθασμένο τρόπο σκέψης δεν μπορεί να χαρακτηρίσει κάποιος το προσδόκιμο από αυτούς, αλλα αντιθέτως απόλυτα λογικό αίτημα, αφού τα προνόμια που παρέχει στους εργαζομένους του ο δημόσιος τομέας στην Ελλάδα, ξεπερνούν κάθε όριο λογικής εν συγκρίσει με την παραγωγική δύναμη πλούτου στην Ελλάδα, δηλαδή τον ιδιωτικό τομέα και τις αποδοχές / προνόμια των εκεί απασχολουμένων. Είναι απίστευτο το ότι κανείς δεν διαμαρτύρεται, ότι υπάρχει μια γενική αντίληψη της κοινής γνώμης ότι «δικαιοσύνη και αξιοκρατία έχουμε όταν βάζουμε τους περισσότερο... "μορφωμένους πτυχιοφόρους παπαγάλους" στο Δημόσιο». Το δημοσιοϋπαλληλικό μας κράτος σε κάθε επίπεδο εχει πλήρως εχθρική νοοτροπία σε κάθε παραγωγική επένδυση, έχουμε ένα ΣτΕ που κοιτάει μόνο τα στενά συμφέροντα των τοπικών τυρρανίσκων (ΔΥ) αντι για το συμφέρον της χώρας και του συνόλου των εργαζομένων, τρομερή διαφθορά στο δημόσιο που αποτρέπει παντελώς τους ξένους επενδυτές να έρθουν και να επενδύσουν, και μετά καθόμαστε (και τολμάμε) να μιλάμε για ανεργία και κοινωνικές ανισότητες! Εδώ πέρα 10 εκατομμύρια άνθρωποι έχουμε μπει στο τρυπάκι και φαγωνόμαστε αναμεταξύ μας για το ποιος θα μπεί στο δημόσιο να παρασιτεί εις βάρος των υπολοίπων. Αν δεν μπούμε, είμαστε τόσο υπνωτισμένοι που θα κάτσουμε να πεθάνουμε θεωρώντας ότι είμαστε άχρηστοι οι ίδιοι! Δεν μας ενοχλεί το γεγονός ότι ο δημόσιος τομέας είναι υπερφορτωμένος και υπολειτουργεί. Μας ενοχλεί το ποιός θα μπει να "βολευτεί", και αν θα μπεί "αξιοκρατικά"! Δηλαδή σώνει και καλά, πρέπει "ο έχων τα προσόντα" να "βολευτεί" και πολύ πιθανόν να κάθεται σε ένα γραφείο για να τον πληρώνουν οι άλλοι! Αν λοιπόν είχαμε έστω και ίχνος λογικής, θα καταλαβαίναμε οτι ο σημερινός δημόσιος υπάλληλος δεν πρέπει να αμείβεται καλύτερα απο έναν αντίστοιχο Ιδιωτικό Υπάλληλο, ούτε να έχει μονιμότητες, εφάπαξ και άλλα Ελληνικά πρωτότυπα προνόμια! Ο λόγος; Πολύ απλός. Αν όλοι οι νέοι "κυνηγούν μια θέση στο δημόσιο για να βολευτούν και να εξασφαλιστούν", ποιός θα συμβάλλει στην ανάπτυξη και την ευημερία αυτού του τόπου; Ποιός θα καινοτομήσει για να δώσει ώθηση σε παραγωγικούς φορείς να διεκδικήσουν περισσότερα; Ποιός θα στηρίξει τις εξαγωγές αυτής της χώρας; Τέτοια ερωτήματα μπορούν να γεμίσουν πολύ εύκολα μια κόλλα χαρτί!

Πως μπορεί μια χώρα να στηρίζεται στην ναυτιλία της;
H ελληνική ποντοπόρος ναυτιλία αποτελεί αναμφισβήτητα έναν από τους βασικούς πυλώνες της ελληνικής οικονομίας. Κατέχοντας το 16% του παγκόσμιου εμπορικού στόλου, η Ελλάδα καταλαμβάνει την πρώτη θέση διεθνώς στο ναυτιλιακό κλάδο - έναν κλάδο εξαιρετικά ανταγωνιστικό και σημαντικό (καθώς διακινεί το 95% του παγκοσμίου εμπορίου). Ωστόσο, η ελληνική ναυτιλία υφίσταται κατά την παρούσα περίοδο διαρθρωτικές και συγκυριακές μεταβολές. Συγκεκριμένα, οι ναύλοι, μετά την εντυπωσιακή άνοδο της διετίας 2003-2004, ακολουθούν πλέον πτωτική πορεία, ενώ ο αυξημένος ανταγωνισμός και οι ευνοϊκές συνθήκες χρηματοδότησης έχουν οδηγήσει σε ταχεία αναδιάρθρωση του κλάδου με κυρίαρχο στοιχείο τη δημιουργία μεγάλων και σύγχρονων στόλων υπό τον έλεγχο μικρού αριθμού πλοιοκτητών. Συνεπώς, το σύνολο των εσόδων του ναυτιλιακού τομέα και το μερίδιο της ελληνικής ναυτιλίας σε αυτά δέχονται περιοριστικές επιδράσεις. Εξαργυρώνοντας την άνοδο των ναύλων και τη βελτίωση της ποιότητας του ελληνικού στόλου, το ναυτιλιακό συνάλλαγμα αποτέλεσε κινητήρια δύναμη της ελληνικής οικονομίας. Για να εκμεταλλευθεί η ελληνική οικονομία την ηγετική θέση της ναυτιλίας, πρέπει να κατευθύνει τις πολιτικές της στη δημιουργία συνεργιών με τις χώρες της ΝΑ Ευρώπης (συμπεριλαμβανομένης της ανάπτυξης συνδυασμένων μεταφορών, αεροπλάνων-πλοίων και σιδηροδρόμων-πλοίων). Πράγματι, ο όγκος φορτίων ανά χιλιόμετρο που μεταφέρεται στην Ελλάδα μέσω του σιδηροδρομικού δικτύου είναι 0,2 εκατ. τόνοι σε σχέση με 1,8 εκατ. τόνους στην ΕΕ, καταδεικνύοντας τη δυνατότητα για περαιτέρω ανάπτυξη του ελληνικού σιδηροδρομικού δικτύου. Καθώς οι υπηρεσίες του ναυτιλιακού πλέγματος είναι αλληλένδετες, η προώθηση των ελληνικών λιμανιών σε λιμάνια-κόμβους αποτελεί το πρώτο βήμα για την περαιτέρω επέκταση του ναυτιλιακού κλάδου. Μια τέτοια πολιτική θα είχε επίσης ως αποτέλεσμα την αύξηση της απασχόλησης σε ναυτιλιακές υπηρεσίες, ενώ παράλληλα η υψηλή ζήτηση για αξιωματικούς αυξάνεται διεθνώς δημιουργώντας θετικές προοπτικές και για την απασχόληση των Ελλήνων ναυτικών.

Πως μπορεί μια χώρα να έχει ώς βασικό συστατικό της οικονομίας της τον τουρισμό;
Είναι διαχρονικά γνωστό ότι καμία ελληνική κυβέρνηση δεν έχει δώσει στον τομέα του τουρισμού τη σημασία που έχει στην οικονομία, στην απασχόληση και στην περιφερειακή ανάπτυξη. Αποτέλεσμα αυτού του χρονίζοντος ελλείμματος είναι η χώρα να μην αντλεί τα τεράστια οφέλη που μπορούν να προκύψουν από μία σοβαρή μακροπρόθεσμη πολιτική ανάπτυξής του, αφ’ ενός, και αφ’ ετέρου να παρατηρείται τα τελευταία χρόνια σημαντική υποβάθμιση όλων των μεγεθών του, όπως στις αφίξεις, τα έσοδα κ. λπ. Αυτό το έλλειμμα πολιτικής των ελληνικών κυβερνήσεων έχουν σπεύσει κατάλληλα να εκμεταλλευθούν, άλλες χώρες της Μεσογείου που, επιπλέον, δεν διαθέτουν το μεγάλο εύρος των συγκριτικών πλεονεκτημάτων που διαθέτει η χώρα μας. Πριν αναφερθεί κάποιος στις ενέργειες που θα έπρεπε να κάνουν τα συναρμόδια για τον τουρισμό υπουργεία, προέχει να τονισθεί με τον πλέον έντονο τρόπο ότι δεν μπορεί να περιμένουμε σοβαρά αποτελέσματα, αν κεντρικά, από την κορυφή της πολιτικής ηγεσίας, δεν τοποθετηθεί ο τουρισμός στη σωστή του θέση προτεραιότητας που πρέπει να έχει. Ο πρόεδρος του Συνδέσμου Τουριστικών Επιχειρήσεων κ. Νίκος Αγγελόπουλος έχει δηλώσει  "Πρέπει επιτέλους να γίνει μέσα από ένα ξεχωριστό όργανο, αντίστοιχο με αυτό που λειτουργεί επιτυχημένα στην Αγγλία και στη Γαλλία, στο οποίο μπορούν να μετέχουν ο δημόσιος τομέας, οι περιφέρειες και ο ιδιωτικός τομέας. Σε κάθε περίπτωση, αυτό το όργανο πρέπει να διοικείται από επαγγελματίες τεχνοκράτες. Τα μοντέλα του παρελθόντος είναι προ πολλού ξεπερασμένα, σπάταλα και, το κυριότερο, αναποτελεσματικά." Κλείνοντας αυτήν την παράγραφο θα παραθέσω ένα κείμενο που διάβασα και πραγματικά ενθουσιάστηκα... με την κατάληξή του: Οι Φλωρεντινοί κατανόησαν ότι έχουν κάποια μοναδικά πράγματα που δεν απειλούνται από την παγκοσμιοποίηση. Αντί να κλαυθμυρίζουν που χάθηκαν τόσες δουλειές ραπτικής, παγκοσμιοποίησαν ό, τι καλύτερο και πιο στέρεο είχαν. Εφτιαξαν χιλιάδες επιχειρήσεις γύρω από την ιστορία και τις παραδόσεις τους και πωλούν υπηρεσίες ενσωματώνοντας στις τιμές και τα πνευματικά δικαιώματα της Αναγέννησης. Δεν ξέρουμε πόσο έπληξε η κρίση την πόλη των Μεδίκων, αλλά ουδείς φαντάζεται να κλείσει τις πόρτες των Παλάτσι που στεγάζουν τα μεγάλα μουσεία. Κανείς δεν καπνίζει σε δημόσιους χώρους και δεν αφήνουν ώρα να μην εκμεταλλευτούν το χρυσωρυχείο των «πνευματικών δικαιωμάτων» που τους άφησε η ιστορία. Τα μαγαζιά είναι ανοιχτά μέχρι αργά το βράδυ, αλλά και τις Κυριακές. Το ωράριο είναι πλήρως απελευθερωμένο.
Σε ένα τραπέζι, ένας Αμερικανός καθηγητής από την Καλιφόρνια μιλούσε με ιδιαίτερο θαυμασμό για την Αρχαία Ελλάδα. Παρ’ όλα αυτά: «Θέλαμε να επισκεφθούμε φέτος την Αθήνα, αλλά με όλα αυτά που γίνονται... Καταλαβαίνετε...» Καταλάβαμε: χάσαμε τα πνευματικά δικαιώματα που χρόνια τώρα ψάχνουν κάποιοι στα μεσημεριανάδικα...

Ο σημερινός πρωθυπουργός μας (ανάμεσα σε πολλές "βαρυσήμαντες δηλώσεις" εδώ και ένα χρόνο) δήλωσε: "Η Ελλάδα μπορεί να είναι η Ελλάδα της αξίας, η Ελλάδα που τα προϊόντα μας αναδεικνύονται πρώτα στον κόσμο, που είναι ανταγωνιστικά, που δίνουν εισόδημα στον αγρότη, στον εργαζόμενο. Ό,τι καλύτερο έχει η Ελλάδα να το αναδείξουμε. Να μπορούμε να αναδείξουμε ότι πραγματικά με τον δικό μας κόπο, με τη δική μας παραγωγική δουλειά, με τη δική μας φαντασία, καινοτομία, δημιουργικότητα, με τη δική μας παραγωγή, μπορούμε να πάμε μπροστά. Να ξαναβρούμε λοιπόν τις παραδόσεις μας, τις δυνάμεις μας, για να χτίσουμε πάλι την Ελλάδα των αξιών. Μια Ελλάδα που θα αναγνωρίζεται, θα είναι αξιόπιστη, θα είναι εκείνη που μπορεί να δώσει σιγουριά, ασφάλεια, προοπτική στις νέες γενιές. Αυτός ο τόπος είναι  ευλογημένος.

Αλήθεια... τα πιστεύει όλα αυτά ή είναι για άλλη μια φορά "παχιά" λόγια, από αυτά που έχουμε μπουχτίσει;

Τέλος, διάβασα κάπου ότι ο πρόεδρος της Ομοσπονδιακής Τράπεζας της Γερμανίας και μέλος του Διοικητικού Συμβουλίου της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας, Άξελ Βέμπερ, δήλωσε ότι κάποιες χώρες της Ευρωζώνης - συμπεριλαμβανομένων της Ιρλανδίας, της Ελλάδας, της Ισπανίας και της Πορτογαλίας - ζούσαν πάνω από τις δυνατότητές τους...

Άραγε είναι αλήθεια ή θέλουν να πιστεύουμε έτσι; 

Την απάντηση μπορούμε να τη δώσουμε μόνο εμείς...